Στη Σοφια

share

Το χρονικό της νόσου κράτησε 15 μήνες.  Συνολικά 423 μέρες.  Μετρημένες μία μία.  Στημένες σε ένα σκηνικό που μύριζε θάνατο και εξαθλίωση, σήψη και ολοκληρωτική καταστροφή.  Το τελευταίο ιατρικό ανακοινωθέν ακούστηκε τόσο κενό και ανούσιο. «Η ασθενής δυστυχώς δεν τα κατάφερε.  Κατέληξε.»

Το χρονικό της νόσου κράτησε 15 μήνες.  Συνολικά 423 μέρες.  Μετρημένες μία μία.  Στημένες σε ένα σκηνικό που μύριζε θάνατο και εξαθλίωση, σήψη και ολοκληρωτική καταστροφή.  Το τελευταίο ιατρικό ανακοινωθέν ακούστηκε τόσο κενό και ανούσιο. «Η ασθενής δυστυχώς δεν τα κατάφερε.  Κατέληξε.»

Η αλήθεια όμως είναι ότι αυτό συνέβη πολύ πιο πριν.  Το σώμα δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στις επιθέσεις των καρκινικών κυττάρων οι οποίες ήταν σφοδρές, αλλεπάλληλες, ανελέητες…  Σε κάθε νοσοκομειακό κρεβάτι, σε κάθε ιατρείο, σε κάθε διάδρομο νοσοκομείου οι γιατροί και οι νοσοκόμοι επαναλάμβαναν «Πρέπει να τρώτε, προσπαθήστε να τρώτε, στόχος μας είναι η πρόσληψη τροφής».  Η τροφή όμως ήταν πια εχθρός στο σώμα της.  Το πεπτικό σύστημα κτυπημένο από τη νόσο δεν μπορούσε να δεχτεί τροφή.  Επιτιθέμενο από παντού αδυνατούσε να λειτουργήσει.  Και εμείς προσπαθούσαμε απεγνωσμένα και εμμονικά να πετύχουμε την κατανάλωση μερικών μπουκιών φαγητού.  Όλα επέστρεφαν εμετικά πίσω.  Τίποτα δεν μπορούσε να κρατήσει ο οργανισμός.  Ο εμετός δεν βρωμούσε.  Είχε την αυτούσια μυρωδιά του φαγητού που μόλις καταναλώθηκε.  Καμία διαδικασία πέψης.  Τίποτα.

Επιστρατεύθηκαν παιδικές τροφές, βιταμινούχα υγρά συμπληρώματα, κρεμούλες, παρεντερική ενδοφλέβια τροφή…  Εγώ κοίταζα, προσπαθούσα να αντιληφθώ το σκηνικό, να συντονίσω τις συχνότητές μου με αυτόν τον φαύλο κύκλο που δεν είχε κανένα άλλο νόημα πάρα μόνο το θάνατο.

Ένα απόγευμα την κοίταζα ενώ προσπαθούσε να κοιμηθεί σε ένα στενό κρεβάτι του τμήματος ημερήσιας φροντίδας καρκινοπαθών.  Στα πλαίσια ενός τελετουργικού ρουτίνας είχε εισηχθεί το πρωί για να «ενισχύσουν» τον οργανισμό πριν από ακόμα μια επιθετική χημειοθεραπεία.  Κοίταζα τις «παροχές» συντήρησης σε ένα σώμα ήδη νεκρό.  Ηλεκτρολύτες, χλωριούχο νάτριο, κάλλιο, αίμα…

Σαν φλας στο μυαλό μου ήρθε τότε μια ανάμνηση.  Ένα βράδυ την βρήκα χωμένη στο ψυγείο να αποτελειώνει με ένα κουτάλι της σούπας την τούρτα που περίσσεψε από το πάρτι των γενεθλίων της τα οποία γιορτάσαμε λίγες ώρες πριν.  Κομψή, σικάτη, όπως πάντα, ακόμα και την ώρα του ύπνου, με τα μαργαριταρένια σκουλαρίκια της και μια νυχτικιά που θύμιζε περισσότερο χαριτωμένο απογευματινό φόρεμα.  Το μαλλί a la garconne, με διακριτικές ανταύγειες.  «Ρε μάνα…»  Γύρισε με το στόμα και το κουτάλι γεμάτο ταυτόχρονα.  Άρχισε να γελάει και μαζί να μασάει και τα μάτια της έλαμπαν υπό το μηδαμινό φως της λάμπας του ψυγείου, βεβαιώνοντας το γεγονός ότι οι σιελογόνοι αδένες τής προκαλούσαν γευστικές δονήσεις ικανοποίησης.  «Η λαιμαργία είναι θανάσιμο αμάρτημα» μου είπε καταπίνοντας την τεράστια μπουκιά τούρτας που  είχε στο στόμα της.  Τράβηξε έξω από το ψυγείο την τούρτα, μου έδωσε και μένα ένα κουτάλι σούπας και την αποτελειώσαμε πανηγυρικά.  Μαζί με το λαίμαργο αυτό ταξίδι φτιάξαμε ακόμα μια όμορφη ανάμνηση μάνας και κόρης.  Από αυτές που δε μιλάς πολύ αλλά υπάρχεις και υπάρχει και η στιγμή και την κρατάς φυλακτό στη ψυχή σου για πάντα.

Τράβηξε έξω από το ψυγείο την τούρτα, μου έδωσε και μένα ένα κουτάλι σούπας και την αποτελειώσαμε πανηγυρικά.  Μαζί με το λαίμαργο αυτό ταξίδι φτιάξαμε ακόμα μια όμορφη ανάμνηση μάνας και κόρης.  Από αυτές που δε μιλάς πολύ αλλά υπάρχεις και υπάρχει και η στιγμή και την κρατάς φυλακτό στη ψυχή σου για πάντα.

Έτσι όπως την κοιτούσα λοιπόν και ξεδίπλωνα την ανάμνηση άνοιξε τα μάτια της. Με κοίταξε και μου χαμογέλασε.  «Είσαι καλά;» ρώτησα. «Αύριο θα είναι μια καινούρια μέρα» μου απάντησε. Της κράτησα σφιχτά το κίτρινο, κοκαλιάρικο, παγωμένο χέρι.

Πριν την αρχή του τέλους, ήρθε στο σπίτι μου για τελευταία φορά. Μου είπε περήφανα ότι την προηγούμενη μέρα κατάφερε να φάει χωρίς να κάνει μετά εμετό. Εγώ πήρα θάρρος και μαγείρεψα.  Και ενώ μαγείρευα σκεφτόμουν ότι ίσως νικήσουμε. Έφαγε στο σπίτι μου το τελευταίο της γεύμα.

Μέχρι το επόμενο πρωί εισήχθη εσπευσμένα με απόφραξη εντέρου, εκεί στα γνωστά κρεβάτια της ημερήσιας φροντίδας.  Εκεί ανακοινώθηκε διακριτικά από τον θεράποντα ιατρό ότι «τα πράγματα έχουν δυσκολέψει».  Μια θεία περίγραψε με παραστατικότητα όλο αυτό που συνέβαινε «Την έφαγε η αρρώστια».  Την έφαγε η αρρώστια. Λαίμαργα.

Στις τελευταίες μας συζητήσεις μου έλεγε ότι αν καταφέρει να φάει ξανά θα ήθελε ιμάμ. «Όπως το φτιάχνω εγώ όμως» μου είπε αυστηρά. Θυμήθηκα εκείνο το τεράστιο ταψί που έφτιαχνε τα καλοκαίρια και το «τσακίζαμε» με φρέσκο ψωμί και τυρί φέτα.  Πάντα εγώ έτρωγα λαίμαργα ετούτο το φαγητό που είναι μοναδικής νοστιμιάς και το στομάχι μου φούσκωνε τόσο που αναζητούσα κατευναστικά σκευάσματα χώνεψης.  Ήθελε να φάει ιμάμ λοιπόν.

Ο γιατρός τις τελευταίες της μέρες και ενώ πια βρισκόταν σε καταστολή, ανήμπορος να κάνει κάτι, προσπαθούσε να μου εξηγήσει τη λαιμαργία της νόσου «Τα καρκινικά κύτταρα δημιούργησαν εστίες στο περιτόναιο και από εκεί διείσδυσαν στο έντερο και γέμισε η κοιλιά.  Την κατασπάραξαν.»  Αχόρταγα, λαίμαργα, αδυσώπητα…  Όπως καταβροχθίσαμε και εμείς εκείνο το βράδυ την τούρτα σοκολάτα…

Ο γιατρός τις τελευταίες της μέρες και ενώ πια βρισκόταν σε καταστολή, ανήμπορος να κάνει κάτι, προσπαθούσε να μου εξηγήσει τη λαιμαργία της νόσου.

«Η λαιμαργία είναι θανάσιμο αμάρτημα γιατρέ.»  Με κοίταξε περίεργα.  Σε δευτερόλεπτα αντιλήφθηκε το πικρό μου χιούμορ.  Προσπάθησε να χαμογελάσει.

Μετά το τελευταίο ιατρικό ανακοινωθέν ακόμα είχε στα αυτιά της τα μαργαριταρένια σκουλαρίκια.  Φορούσε όμως μια ρόμπα νοσοκομείου και το μαλλί δεν ήταν πια a la garconne ούτε είχε διακριτικές ανταύγειες. Το ιμάμ δεν κατάφερε να το φάει ποτέ.  Εγώ ακόμη παλεύω με τους δαίμονές μου.  Τρώγοντας.  Ενίοτε λαίμαργα.

Το διήγημα δημοσεύτηκε για πρώτη φορά στον συλλογικό τόμο ΛΑΙΜΑΡΓΑ της Wunderart Productions (Εκδόσεις Ακτίς, Κύπρος 2018).

Ελενη Ιωαννιδου

Ελενη Ιωαννιδου

Η Ελένη Ιωαννίδου γεννήθηκε στις 22 Απριλίου του 1979, Κυριακή του Πάσχα, στη Λευκωσία της Κύπρου. Αν και ταξίδεψε πολύ, επέστρεφε πάντα στην Κύπρο, όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα το 2005, όταν διορίστηκε στη Μέση Εκπαίδευση ως Φιλόλογος. Στον ελεύθερό της χρόνο διαβάζει, βλέπει ταινίες, φτιάχνει και γράφει ιστορίες. Πιστεύει στις όμορφες στιγμές και ονειρεύεται ένα μεταθανάτιο πάρτι με τον Freddie Mercury.

Αρχή μιας νέας εποχής και θέλουμε μέσα από το AnAmnesia να δημιουργήσουμε μια κοινότητα, με την οποία θα μοιραζόμαστε όλα όσα αγαπάμε. Οι λέξεις της Ελένης θα γίνονται ιστορίες, οι περιπέτειες του Κρις θα ζωντανεύουν χώρες και πόλεις και η μουσική του Αειθαλούς θα μας ταξιδεύει ξανά και ξανά σε ό,τι καλό έχουμε μέσα στην ψυχή μας!

Follow us